Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Ο Γιώργος Θεολογίτης (Κατσαρός)





 

Ο Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης) ήταν από τους ελάχιστους σολίστ που μπορούσε να επιβιώνει χωρίς την ανάγκη άλλων οργάνων. Τραγουδούσε με κιθάρα ένα τεράστιο ρεπερτόριο από ελαφρά, επιθεωρησιακά, ρομάντζες, ξένα τραγούδια μέχρι βαριά ρεμπέτικα...

Πήγε για πρώτη φορά στην Αμερική το 1913. Από τότε ήρθε στην Ελλάδα μόνο για λίγους μήνες το 1926 και ξανάρθε αρκετές φορές στην δεκαετία του 1990, μετά την ανακάλυψή του από τους διάφορους«ρεμπετολόγους» και μελετητές του λαϊκού τραγουδιού.

Σε όλη του τη ζωή παρέμεινες μουσικός και τραγουδιστής. Ο Γιώργος Κατσαρός τραγούδησε ρεμπέτικα, πριν γεννηθεί ο Τσιτσάνης. Γραμμοφώνησε τον πρώτο του δίσκο, όταν ο Βαμβακάρης ήταν πολύ μικρός. Είναι ο πατριάρχης του αστικού τραγουδιού, αυτού που συνηθίσαμε να ονομάζουμε λαϊκό και (πιο στενά) ρεμπέτικο τραγούδι.

Το «Κατσαρός» είναι παρατσούκλι, από τα πυκνά κατσαρά μαλλιά που είχε και που τα διατήρησε ως τα βαθιά του γεράματα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Θεολογίτης κι άρα ανήκει σε μια από τις παλαιότερες οικογένειες της Αμοργού.

Ο Γιώργος Θεολογίτης (Κατσαρός) γεννήθηκε στην Αμοργό το βράδυ της 19ης προς 20ή Δεκεμβρίου του έτους 1888, από τον Νικόλαο Θεολογίτη και την Άννα Στούπη, όπως αναφέρει το πιστοποιητικό γέννησής του από τον δήμο Αμοργού (Χώρα). Για την ακρίβεια γεννήθηκε σ' ένα αγροτόσπιτο στην θέση Αγία Μαρίνα, έξω από την Χώρα.


Στην πραγματικότητα, ο Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης) ήταν νόθος, κάτι που είναι γνωστό στην Αμοργό αλλά δεν αναφέρεται στις βιογραφίες του, που έχουν γραφτεί σε βιβλία, τον Τύπο και αλλού.

Ο παππούς του Αντώνης Θεολογίτης, που ήταν και εξαίρετος τραγουδιστής και τροφοδότησε με ρεπερτόριο τον Γιώργο, μετά από δύο γάμους (λόγω θανάτου της πρώτης του γυναίκας), δημιούργησε μια τεράστια οικογένεια, με πάνω από δέκα παιδιά, (θείους του Γιώργου) και δεκάδες εγγόνια (πρώτα ξαδέλφια του), που οι απόγονοί τους είναι διασκορπισμένοι σήμερα σε όλο τον πλανήτη, αλλά και στη γενέτειρα τους, Αμοργό.

Γύρω στο 1900 η μητέρα του Κατσαρού αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα και ν' αναζητήσει καλύτερη τύχη. Ήρθε μαζί με τον γιο της. Ο Κατσαρός δεν έπαιζε μπουζούκι. Μόνο κιθάρα . Άρχισε να παίζει από μικρή ηλικία και στα 17 του χρόνια, δηλαδή γύρω στο 1905, παίζει και τραγουδά επαγγελματικά, περιφερόμενος στα καλά παραλιακά κέντρα του Πειραιά και του Ν. Φαλήρου, αλλά και σε στέκια της Αθήνας. Αυτή του η απασχόληση συνεχίζεται ως το 1909, οπότε θα ταξιδέψει πρώτη φορά στις ΗΠΑ, αφού ένας από τους συγγενείς του έχει εξασφαλίσει δουλειά σε δικό του κέντρο. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα κι έφυγε οριστικά για την Αμερική το 1914.

Η επιτυχία του Γιώργου Κατσαρού στον μουσικό χώρο των Ελλήνων μεταναστών έρχεται γρήγορα, αφενός γιατί είναι από τους καλύτερους μουσικούς και αφετέρου διότι η «ιδιομορφία» του να παίζει και να τραγουδά με κιθάρα ένα τεράστιο ρεπερτόριο από ελαφρά επιθεωρησιακά, ρομάντζες, ξένα τραγούδια (ιταλικά, ισπανικά, αμερικάνικα), ως βαριά ρεμπέτικα, τον καθιστά περιζήτητο. Ήταν από τους ελάχιστους σολίστ του είδους που μπορεί να επιβιώνει χωρίς την ανάγκη άλλων οργάνων.

Γνωρίζεται γρήγορα με τους διασημότερους τραγουδιστές και οργανοπαίκτες του χώρου των Ελλήνων μεταναστών και γίνεται μέλος της μεγάλης αυτής οικογένειας μουσικών που διέσωσαν στην μακρινή Αμερική σπάνια διαμάντια του δημοτικού και λαϊκού τραγουδιού.

Ο Κατσαρός ήταν πασίγνωστος μέσα από τους δίσκους του αλλά και τις εμφανίσεις του παντού όπου ζούσαν Έλληνας μετανάστες στην Βόρεια Αμερική και την Αυστραλία.

Στην Ελλάδα άρχισε να γίνεται γνωστός μετά τις δεκαετίες του '60 και του '70, όταν άρχισε η μόδα της ρεμπετολογίας αλλά και διαδόθηκαν μέσα από κασέτες οι παλιοί δυσεύρετοι δίσκοι του των 78 στροφών. Όταν έγινε γνωστό ότι ζούσε ακόμη (το 1970 ήταν ήδη 82 ετών) αποθεώθηκε από τους ερευνητές του λαϊκού τραγουδιού και αναγνωρίστηκε ως ο πατριάρχης του ρεμπέτικου.

Οι συνεντεύξεις του γέμισαν όλα τα ειδικά περιοδικά και τις εφημερίδες. Σε μία από αυτές αποκάλυψε ότι πολλά κλασικά σήμερα λαϊκά τραγούδια ήταν δικά του, τα οποία τα έδωσε σε άλλους συνθέτες στην Αθήνα, αλλά δεν θέλησε να διεκδικήσει την πατρότητά τους «γιατί ζούσαμε πλούσια στην Αμερική».
Ο Γιώργος Κατσαρός (Θεολογίτης) πέθανε στην Φλόριντα των ΗΠΑ σε βαθιά γεράματα το 1995, σε ηλικία 107 ετών. Έμεινε πάντα δεμένος με την οικογένεια του και το νησί του. Την Αμοργό...
«Άκουγα τα δικά μου παλιά τραγούδια, να τα τραγουδάνε για δικά τους»


Από παλιά συνέντευξη του 1994 του Γιώργου Κατσαρού, χαρακτηριστικά είναι τα εξής αποσπάσματα:

Με ποια όνειρα και ποιες ελπίδες ξεκινήσατε για την Αμερική;

«Έφυγα στην Αμερική με πολλά ωραία τραγούδια της εποχής εκείνης. Ωραίες ρομάντζες, αθηναϊκά, δημοτικά, κλέφτικα και βαριά ρεμπέτικα. Όταν εκδόθηκε ο πρώτος μου δίσκος στην RCA (το τραγούδι "Σαν πεθάνω τι θα πούνε") κυκλοφόρησε σε όλο τον κόσμο. Οι γονείς μου όταν έφυγα από την Ελλάδα μου είπαν να κρατήσω τη γλώσσα και την θρησκεία μας. Κι αυτό έκανα. Μαζεύαμε στις κοινότητες λεφτά για σχολεία κι εκκλησίες».

Είστε στην Αμερική 75 χρόνια. Ποια ήταν η δυσκολότερη εποχή για τους Έλληνες;

«Δυσκολότερη ήταν η εποχή 1928- 1932. Καταστράφηκε ο κόσμος κι αυτό για μένα ήταν πολύ λυπηρό. Εγώ τότε έκανε ότι μπορούσα για να μην υποφέρουν οι Έλληνες. Το συγκρότημά μου που ήταν συνήθως οκτώ μουσικοί, το διπλασίασα. Έπαιρνα καλλιτέχνες που είχαν μείνει χωρίς εργασία. Δίναμε συναυλίες με πολύ φθηνό εισιτήριο. Τώρα είναι καλά».

Περίπου πόσα τραγούδια έχετε γράψει εσείς;

«Τραγούδια που έγραψα λόγια και μουσική είναι 62. Όταν ήρθα στην Ελλάδα το 1926, βρήκα διάσημους καλλιτέχνες. Τον μουσικοσυνθέτη Αττίκ, τον τενόρο Επιτροπάκη. Ηθοποιούς όπως η Κοτοπούλη, η Κάκια Μένδρη. Έπαιξα και με μουσικούς όπως ο Τούντας, ο Λειβαδίτης, ο Αραπάκης. Τους έδωσε τα τραγούδια που είχα γράψει. «Μες τη βαθιά σκοτούρα μου», «Βρε μάγκα το μαχαίρι σου», ο «Μεμέτης», αμανέδες, σαμπάχ και άλλα. Το '30-31 βγήκαν κι άλλοι όπως ο Περιστέρης, ο Τσιτσάνης. Άρχισα λοιπόν κι άκουγα τα δικά μου παλιά τραγούδια, να τα τραγουδάνε για δικά τους. Δεν έκανα καμία παρατήρηση γιατί τότε στην Αμερική ζούσαμε πλούσια. Τους άφησα».

Παίζετε μόνο κιθάρα;

«Ναι, αυτό είναι τ' όργανό μου».

Που μάθατε τους δρόμους και τους ρυθμούς του ρεμπέτικου;

«Να ξέρεις πως το πραγματικό μου επώνυμο είναι Θεολογίτης. Η οικογένειά μου είναι πολύ θρήσκοι. Από μικρός πήγαινα στην εκκλησία και κρατούσα το «ίσο» στους ψάλτες. Τα εκκλησιαστικά τροπάρια είναι η βάση. Πάντα ρωτούσα τους ψάλτες. Το βαρύ ρεμπέτικο είναι μια ψαλμωδία. Ένας μανές, ένα μινόρε, ένα ματζόρε. Αυτά τα ξέρανε οι καλλιτέχνες που παίζανε βυζαντινή καλλιτέχνες. Οι καλύτεροι Έλληνες μουσικοί είχαν μεταναστεύσει εκεί, για το χρήμα. Το καλύτερο ούτι της Αμερικής ήταν ο Αχιλλέας Πούλος. Ήταν μικρασιάτης. Απ' αυτόν έμαθα πολλά». 



πηγή










0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Το καφφενείο....

Επισκέψεις

Άδεια Creative Commons

"Πλουμί κρήτη" κοινωνική συνεταιριστική επιχείρηση.Επιμέλεια ακροβάτης.
Αυτή η εργασία χορηγείται με άδεια
Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Ελλάδα